δραστικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δραστικός

Where it comes from

δραστικός < αρχαία ελληνική δραστικός ("αυτός που δρα") < δρᾶσις + -ικός

adjective δραστικός · δραστική · δραστικό · δραστικού · δραστικής

  1. που αναπτύσσει δράση ώστε να φέρει άμεσα αποτελέσματα θα πάρουμε δραστικά μέτρα
  2. που ενεργεί, που έχει επίδραση πάνω σε κάτι, σε αντιδιαστολή με κάτι αδρανές αυτό το φάρμακο περιέχει τα εξής δραστικά συστατικά...

Talk about this word

Cite this
MLA

"δραστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δραστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"δραστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δραστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}