δρεπάνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δρεπάνι
- ðɾeˈpa.ni
Where it comes from
δρεπάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δρεπάνι(ν) < ελληνιστική κοινή δρεπάνιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική δρέπανον
noun δρεπάνι · δρεπάνια · δρεπανιού · δρεπανιών
- αγροτικό εργαλείο για το θερισμό ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο
In English
- sickle agricultural implement
Talk about this word "δρεπάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. δρεπάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "δρεπάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δρεπάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}