δριμύς

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δριμύς¹

  • ðɾiˈmis

Where it comes from

δριμύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δριμύς

adjective δριμύς · δριμεία · δριμύ · δριμέος · δριμείας

  1. δυνατός, έντονος
  2. διαπεραστικός
  3. figuratively, μεταφορικά έντονος, καυστικός, οξύς ※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα α

Δριμύς²

Where it comes from

Δριμύς < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Δριμύς · Drimys

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • acid sour-tempered
  • acrid sharp and harsh, or bitter and not to the taste; pungent
  • pungent having a strong odour

Talk about this word

Cite this
MLA

"δριμύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BC%CF%8D%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δριμύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BC%CF%8D%CF%82

Chicago

"δριμύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BC%CF%8D%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δριμύς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BC%CF%8D%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}