米克温

δρυοκολάπτης

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

δρυοκολάπτης

它从哪里来

δρυοκολάπτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δρυοκολάπτης

名词 δρυοκολάπτης · δρυοκολάπτες · δρυοκολάπτη · δρυοκολαπτών

  1. πτηνό πουλί της οικογένειας των Δρυοκολαπτιδών που ανοίγει οπές σε συνήθως γερασμένα δέντρα και αναζητεί τροφή ή φτιάχνει εκει τη φωλιά του Δρυοκολάπτης ο μείζων (Picus major)

相近词: δεντροφάγος, δρυοκόπος, ξυλοφαγάς

同义词与反义词

英语

讨论这个词

引用
MLA

"δρυοκολάπτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δρυοκολάπτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"δρυοκολάπτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δρυοκολάπτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%85%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}