δρόμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δρόμος

  • ˈðɾo.mos

Where it comes from

δρόμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δρόμος < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή

noun δρόμος · δρόμοι · δρόμου · δρόμων · δρόμο · δρόμους

  1. λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δυο γεωγραφικών σημείων ※ Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σ
  2. η οδός όπου βρίσκεται κάποιο κτίριο
  3. η απόσταση ή η διαδρομή μεταξύ δύο σημείων
  4. αθλητισμός ο αγώνας τρεξίματος
  5. τρόπος ζωής ο δρόμος της κακίας
  6. η πορεία στη ζωή, σε συνδυασμό με τις εμπειρίες που αποκτά κάποιος
  7. όλα όσα πρέπει να κάνει κάποιος για να επιτύχει κάτι
  8. η διέξοδος
  9. figuratively, μεταφορικά η επιλογή, η λύση
  10. ο προσανατολισμός
  11. figuratively, συνεκδοχικά το δρομολόγιο

In English

  • street paved part of road in a village or a town
  • road a way for travel
  • path a course taken
  • avenue way or opening; a passage
  • way road, direction, path

Talk about this word

Cite this
MLA

"δρόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δρόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"δρόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δρόμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}