δυσβίωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δυσβίωση

  • ðiˈsvi.o.si

Where it comes from

δυσβίωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dysbiosis < αρχαία ελληνική δυσ- + ελληνιστική κοινή βίωσις < αρχαία ελληνική βιόω < βίος

noun δυσβίωση · δυσβιώσεις · δυσβίωσης · δυσβιώσεων

  1. ιατρική ανισορροπία ή διαταραχή της σύνθεσης των μικροοργανισμών (βακτηρίων, μυκήτων, ιών κ.λπ.) που βρίσκονται σε έναν οργανισμό, κυρίως στο έντερο, αλλά και σε άλλες περιοχές όπως το δέρμα, το στόμα ή τον κόλπο, που μπορεί να προκληθεί από παράγοντες όπως η διατροφή, η χρήση αντιβιοτικών, οι χρόνιες παθήσεις και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες ※ θα αναφερθούμε στην ανισορροπία του μικροβιώματος (δυσβίωση) που απορυθμίζει^([sic απορρυθμίζει]) τον οργανισμό και σχετίζεται με διάφορες ασθένειες, […]

In English

  • dysbiosis medical condition caused by microbial imbalances within the body — see also dysb

Talk about this word

Cite this
MLA

"δυσβίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B2%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δυσβίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B2%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"δυσβίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B2%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δυσβίωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B2%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}