δυσεξήγητος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δυσεξήγητος
Where it comes from
δυσεξήγητος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυσεξήγητος. Μορφολογικά αναλύεται σε δυσ- + εξηγώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
adjective δυσεξήγητος · δυσεξήγητη · δυσεξήγητο · δυσεξήγητου · δυσεξήγητης
-
που δύσκολα εξηγείται
※ Η απόφαση στην υπόθεση πολυιδιοκτησίας δεν είναι εύκολα κατανοητή, με την έννοια πως για να ληφθεί σημειώθηκαν μερικά δυσεξήγητα λογικά άλματα, που προκαλούν τεράστιες απορίες.
Similar: δυσερμήνευτος · Opposite: ευερμήνευτος, εξηγήσιμος, ευεξήγητος
Talk about this word "δυσεξήγητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δυσεξήγητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "δυσεξήγητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δυσεξήγητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CE%B5%CE%BE%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}