δυσπόρθητος
Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
δυσπόρθητος
Από πού έρχεται
δυσπόρθητος < (ελληνιστική κοινή) < δυσ- + αρχαία ελληνική πορθέω / πορθῶ < πέρθω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bheredh- κόβω)
επίθετο δυσπόρθητος · δυσπόρθητη · δυσπόρθητο · δυσπόρθητου · δυσπόρθητης
- που δύσκολα (εκ)πορθείται
Παρόμοιες: δυσάλωτος
Συνώνυμα και αντώνυμα
επίθετο
Παρόμοιες: δυσάλωτος
Συζήτησε αυτή τη λέξη "δυσπόρθητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δυσπόρθητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82 "δυσπόρθητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {δυσπόρθητος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}