δυτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δυτικός
Where it comes from
δυτικός < → λείπει η ετυμολογία
adjective δυτικός · δυτική · δυτικό · δυτικού · δυτικής
- που βρίσκεται προς τη δύση η Δυτική Ελλάδα
- που προέρχεται από τη δύση δυτικός άνεμος (πνέει από τη δύση)
- που κατευθύνεται προς τη δύση ή είναι στραμμένος προς αυτήν (πχ αν πρόκειται για πλευρά κτηρίου)
- που αναφέρεται στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, τους λαούς που κατοικούν εκεί, τον πολιτισμό τους, το πολιτικό - κοινωνικό - οικονομικό τους σύστημα κλπ
- που αναφέρεται στην Καθολική Εκκλησία (σε αντίθεση με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία)
Similar: δυσμικός
Thesaurus
adjective
Similar: δυσμικός
In English
Talk about this word "δυτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δυτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "δυτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δυτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}