δυτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δυτικός

Where it comes from

δυτικός < → λείπει η ετυμολογία

adjective δυτικός · δυτική · δυτικό · δυτικού · δυτικής

  1. που βρίσκεται προς τη δύση η Δυτική Ελλάδα
  2. που προέρχεται από τη δύση δυτικός άνεμος (πνέει από τη δύση)
  3. που κατευθύνεται προς τη δύση ή είναι στραμμένος προς αυτήν (πχ αν πρόκειται για πλευρά κτηρίου)
  4. που αναφέρεται στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, τους λαούς που κατοικούν εκεί, τον πολιτισμό τους, το πολιτικό - κοινωνικό - οικονομικό τους σύστημα κλπ
  5. που αναφέρεται στην Καθολική Εκκλησία (σε αντίθεση με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία)

Similar: δυσμικός

Thesaurus

adjective

Similar: δυσμικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δυτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δυτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"δυτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δυτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}