δόγμα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δόγμα
Where it comes from
δόγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω, δοκῶ
noun δόγμα · δόγματα · δόγματος · δογμάτων
- μια θεμελιώδης αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος ※ Στηρίζονται όλα στο απλό δόγμα για βολεψιματίες «εμείς να είμαστε καλά κι όλα τα άλλα περαστά…». (Η μεγαλύτερη ξεφτίλα: Όταν τα φίδια ζουν ακέφαλα, 22/1/2019, αναφέρεται ως πηγή tanea.gr https://maxmag.gr/politismos/philosofia/megalyteri-xeftila-otan-ta-fidia-zoyn-akefala/)
- το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο (εκκλησιαστικός όρος) η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών
- η θεμελιώδης καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης.
In English
Talk about this word "δόγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. δόγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "δόγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δόγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}