מיקווין

δόκανο

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

δόκανο

  • ˈðo.ka.no

מאיפה זה בא

δόκανο < μεσαιωνική ελληνική δόκανον < ελληνιστική κοινή δόκανα (τα) < αρχαία ελληνική δοκός → δείτε περισσότερα στο δόκανον

שם עצם δόκανο · δόκανα · δόκανου · δόκανων

  1. είδος παγίδας για ζώα που αποτελείται από ένα μηχανισμό με δύο σιαγόνες· όταν ένα ζώο τον πιέσει με το βάρος του, οι σιαγόνες κλείνουν παγιδεύοντας το πόδι του ※ Μάνα στα χρόνια τα παλιά / ήμουν αγρίμι σε φωλιά / κι ό,τι κι αν μού 'πες το 'κανα / Χωρίς ποτέ να φανταστώ / πως κάποια μέρα θα πιαστώ / Στου φονικού τα δόκανα (Τα δόκανα, στίχοι: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, 1974)
  2. broadly, κατ’ επέκταση οποιαδήποτε παγίδα
  3. figuratively, μεταφορικά παγίδα 'Στο δόκανο των τραπεζών οι κάτοχοι πιστωτικών καρτών.

באנגלית

  • trap device designed to catch or kill animals

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"δόκανο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δόκανο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF

Chicago

"δόκανο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δόκανο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}