δόκιμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δόκιμος
Where it comes from
δόκιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόκιμος < δοκέω, -ῶ. Για τον «δόκιμο μοναχό», μεσαιωνική σημασία.
adjective δόκιμος · δόκιμη · δόκιμο
- που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του οι δόκιμοι αξιωματικοί
- που έχει δοκιμαστεί, που έχει αποδείξει τις ικανότητές του δόκιμος συγγραφέας
-
αποδεκτός επειδή έχει χρησιμοποιηθεί από αναγνωρισμένους συγγραφείς
Opposite: αδόκιμος
- βεβαιωμένης υποστατότητας (πχ. κόμβος που όντως διασυνδέει υπερπληροφορία [υπερκείμενα, υπερμέσα κτλ.])
noun δόκιμος · δόκιμη
- ο δόκιμος αξιωματικός: έφεδρος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία περνώντας από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν πάρει το βαθμό του ανθυπολοχαγού ο καινούριος δόκιμος τοποθετήθηκε στο 3ο Γραφείο
- λαϊκός που περνά κάποιο διάστημα δοκιμαζόμενος, προκειμένου να ενταχθεί μόνιμα ως μοναχός σε μια μοναστική κοινότητα
In English
- midshipman officer of the lowest rank
- novice new member of a religious order
Talk about this word "δόκιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δόκιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "δόκιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δόκιμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}