δόκιμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δόκιμος

Where it comes from

δόκιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόκιμος < δοκέω, -ῶ. Για τον «δόκιμο μοναχό», μεσαιωνική σημασία.

adjective δόκιμος · δόκιμη · δόκιμο

  1. που περνά από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν αποκτήσει τα πλήρη προνόμια και υποχρεώσεις της θέσης του οι δόκιμοι αξιωματικοί
  2. που έχει δοκιμαστεί, που έχει αποδείξει τις ικανότητές του δόκιμος συγγραφέας

    Similar: κλασικός, έγκριτος

  3. για λέξεις και φράσεις αποδεκτός επειδή έχει χρησιμοποιηθεί από αναγνωρισμένους συγγραφείς

    Opposite: αδόκιμος

  4. πληροφορική βεβαιωμένης υποστατότητας (πχ. κόμβος που όντως διασυνδέει υπερπληροφορία [υπερκείμενα, υπερμέσα κτλ.])

noun δόκιμος · δόκιμη

  1. στρατιωτικός όρος ο δόκιμος αξιωματικός: έφεδρος που υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία περνώντας από ένα δοκιμαστικό στάδιο πριν πάρει το βαθμό του ανθυπολοχαγού ο καινούριος δόκιμος τοποθετήθηκε στο 3ο Γραφείο
  2. θρησκεία λαϊκός που περνά κάποιο διάστημα δοκιμαζόμενος, προκειμένου να ενταχθεί μόνιμα ως μοναχός σε μια μοναστική κοινότητα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δόκιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δόκιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"δόκιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δόκιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}