ミクウィン

δόλωμα

Ελληνικά

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

δόλωμα¹

  • ˈðo.lo.ma

由来

δόλωμα < δολώ(νω) + -μα. Διαφορετική η αρχαία ελληνική δόλωμα (εξαπάτηση) → δείτε δόλος

名詞 δόλωμα · δολώματα · δολώματος · δολωμάτων

  1. ένα μικρό κομμάτι τροφής που τοποθετείται σε ένα αγκίστρι για ψάρεμα ※ Το παραμύθι είναι μια μεταμφίεση της πραγματικότητας, είπε ο τραπεζικός υπάλληλος που ψάρευε δίπλα μου. Γνωριστήκαμε εκεί στο βραχάκι με τη θάλασσα αρυτίδωτη και τα ψάρια αδιάφορα στα δολώματά τους. (Μάκης Πανώριος, Το Ελληνικό φανταστικό διήγημα, εκδ. Αίολος, 1993, σελ. 15)
  2. figuratively, μεταφορικά οποιοδήποτε μέσο χρησιμοποιείται για να δελεάσει και να εξαπατήσει ένα υποψήφιο θύμα

Δόλωμα²

由来

Δόλωμα < → λείπει η ετυμολογία

固有名詞 Δόλωμα · Doloma

  1. γυναικείο επώνυμο

英語で

  • bait anything which allures
  • decoy person or object meant to lure something to danger

この単語について話す

引用する
MLA

"δόλωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δόλωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"δόλωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δόλωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}