δόντι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δόντι

  • ˈðon.di

Where it comes from

δόντι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δόντιον < ελληνιστική κοινή ὀδόντιον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὀδούς (θέμα ὀδοντ- < πρωτοελληνική *odónts < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃dónts (δόντι)

noun δόντι · δόντια · δοντιού · δοντιών

  1. ανατομία, οδοντιατρική καθένα από τα οστά της κοιλότητας του στόματος των ανθρώπων, αλλά και των θηλαστικών γενικότερα, τα οποία φυτρώνουν στις σιαγόνες και χρησιμεύουν κυρίως στον τεμαχισμό και το μάσημα της τροφής
  2. αιχμηρή και συνήθως σκληρή προεξοχή αντικειμένου, το οδόντωμα τα δόντια της χτένας
  3. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό το μέσο άσκησης επιρροής έχει δόντι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δόντι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δόντι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9

Chicago

"δόντι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δόντι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}