δόση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δόση¹
- ˈðo.si
Where it comes from
δόση < στη σημασίαδόσιμο, κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική δόσις → δείτε τη λέξη δίδωμι
: σε άλλες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δόις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dose
noun δόση · δόσεις · δόσης · δόσεων
- καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
- οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα
- η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
- η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών
- η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική
Δόση²
- ˈðo.si
Where it comes from
Δόση < γενική ενικού του αρσενικού Δόσης
proper noun Δόση · Dosi
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δόσης
proper noun Δόση
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δόσης
In English
- dose quantity of an agent administered at any one time
Talk about this word "δόση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. δόση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7 "δόση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δόση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}