δόση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δόση¹

  • ˈðo.si

Where it comes from

δόση < στη σημασίαδόσιμο, κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική δόσις → δείτε τη λέξη δίδωμι

: σε άλλες σημασίες: < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δόις και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dose

noun δόση · δόσεις · δόσης · δόσεων

  1. οικονομία καθένα από τα τμήματα της τμηματικής απόδοσης ενός συνόλου (ποσού, οφειλής κ.λπ.)
  2. broadly, κατ’ επέκταση οτιδήποτε δίνεται ή γίνεται σταδιακά, σε μικρότερα τμήματα
  3. especially, ειδικότερα η ορισμένη ποσότητα από κάποιο φάρμακο που πρέπει να λάβει ένας ασθενής
  4. especially, ειδικότερα η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που λαμβάνει κάποιος χρήστης ναρκωτικών
  5. especially, ειδικότερα η ποσότητα ενός υλικού που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική ή ζαχαροπλαστική

Δόση²

  • ˈðo.si

Where it comes from

Δόση < γενική ενικού του αρσενικού Δόσης

proper noun Δόση · Dosi

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Δόσης

proper noun Δόση

  1. accusative, genitive, singular, vocative γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Δόσης

In English

  • dose quantity of an agent administered at any one time

Talk about this word

Cite this
MLA

"δόση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δόση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7

Chicago

"δόση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δόση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}