δύσμορφος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δύσμορφος
Where it comes from
δύσμορφος < αρχαία ελληνική δύσμορφος < δυσ- + μορφή
adjective δύσμορφος · δύσμορφη · δύσμορφο · δύσμορφου · δύσμορφης
- που αποκλίνει ως προς την εξωτερική όψη από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό είτε εκ γενετής ή κατόπιν ατυχήματος, κακοσχηματισμένος ή παραμορφωμένος παραμένει στην θέση του εγκαύματος δύσμορφη υπερτροφική ουλή
- άσχημος, δυσάρεστος στην όψη Οι Λαπίθες απεικονίζονται ιδεαλιστικά, με έμφαση στο ήθος και στο κάλλος, σε αντίθεση με τους Κενταύρους, που είναι αποκρουστικοί και δύσμορφοι. (από το δικτυακό τόπο του Υπουργείου Πολιτισμού)
Similar: απαισιόμορφος, δυσειδής, κακόμορφος, κακόσχημος
Thesaurus
adjective
Similar: απαισιόμορφος, δυσειδής, κακόμορφος, κακόσχημος
Talk about this word "δύσμορφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δύσμορφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82 "δύσμορφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δύσμορφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}