δύσπιστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δύσπιστος

Where it comes from

δύσπιστος < αρχαία ελληνική δύσπιστος < δυσ- + πίστις

adjective δύσπιστος · δύσπιστη · δύσπιστο · δύσπιστου · δύσπιστης

  1. που δεν πιστεύει εύκολα κάτι χωρίς αποδείξεις ※ Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (

Similar: δυσκολόπιστος · Opposite: εύπιστος, ευκολόπιστος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δύσπιστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δύσπιστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"δύσπιστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δύσπιστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}