δύσχρηστος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δύσχρηστος

Where it comes from

δύσχρηστος < αρχαία ελληνική δύσχρηστος

adjective δύσχρηστος · δύσχρηστη · δύσχρηστο · δύσχρηστου · δύσχρηστης

  1. που δεν είναι εύκολο να χρησιμοποιηθεί ή είναι εύκολο αλλά παρουσιάζει πιθανή επικινδυνότητα ή προβλήματα σε εφαρμογές και καταλήγει δύσχρηστο επειδή ακριβώς είναι δύσκολο να αποτρέψεις τους δευτερογενείς κινδύνους ή τα προβλήματα ο γερανός φαίνεται δύσχρηστο και επικίνδυνο μηχάνημα, αλλά αν έχεις εκπαιδευτεί στους χειρισμούς και έχεις βασικές γνώσεις...
  2. broadly, κατ’ επέκταση που χρησιμοποιείται σπάνια

Talk about this word

Cite this
MLA

"δύσχρηστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δύσχρηστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"δύσχρηστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δύσχρηστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}