είμαι
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
είμαι
- ˈi.me
Limetoka wapi
είμαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἶμαι < αρχαία ελληνική εἰμί < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ésmi (είμαι, υπάρχω)
kitenzi είμαι · ήμουν · θα είμαι · να είμαι · όντας
- έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα είμαι φιλόλογος / δικηγόρος / φίλος / σύζυγος
- βρίσκομαι (σε μια κατάσταση) Είμαστε σε πλεονεκτική θέση.
- βρίσκομαι (τοπικά) Θα μου εξηγήσεις πού είστε;
- εντοπίζομαι Φαίνεται ότι στη Μαρία είναι η αδυναμία της.
- υπάρχω Είναι κανείς εδώ;
- κατάγομαι από κάποιον Το παιδί είναι του Κώστα.
- έχω σχέση με κάποιον Η Μαρία είναι με τον Γιώργο.
- φορώ ή έχω Είμαι με τις παντόφλες.
- ανήκω σε κάποιον Αυτό το κτίριο είναι του δήμου.
- προορίζομαι, πρόκειται να κάνω κάτι Φέτος ήταν να παραδώσει την εργασία, αλλά δεν τα κατάφερε.
- αξίζω, είμαι ικανός, ταιριάζω σε κάτι Δεν είμαι για ψυχολογικές πιέσεις.
- με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων, για να εκφράσει μεγαλύτερη διάρκεια είμαι κλειδωμένος
Kwa Kiingereza
Zungumza kuhusu neno hili "είμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. είμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "είμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {είμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}