είμαι

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

είμαι

  • ˈi.me

Limetoka wapi

είμαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἶμαι < αρχαία ελληνική εἰμί < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ésmi (είμαι, υπάρχω)

kitenzi είμαι · ήμουν · θα είμαι · να είμαι · όντας

  1. έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα είμαι φιλόλογος / δικηγόρος / φίλος / σύζυγος
  2. βρίσκομαι (σε μια κατάσταση) Είμαστε σε πλεονεκτική θέση.
  3. βρίσκομαι (τοπικά) Θα μου εξηγήσεις πού είστε;
  4. figuratively, μεταφορικά εντοπίζομαι Φαίνεται ότι στη Μαρία είναι η αδυναμία της.
  5. υπάρχω Είναι κανείς εδώ;
  6. κατάγομαι από κάποιον Το παιδί είναι του Κώστα.
  7. έχω σχέση με κάποιον Η Μαρία είναι με τον Γιώργο.
  8. φορώ ή έχω Είμαι με τις παντόφλες.
  9. ανήκω σε κάποιον Αυτό το κτίριο είναι του δήμου.
  10. προορίζομαι, πρόκειται να κάνω κάτι Φέτος ήταν να παραδώσει την εργασία, αλλά δεν τα κατάφερε.
  11. αξίζω, είμαι ικανός, ταιριάζω σε κάτι Δεν είμαι για ψυχολογικές πιέσεις.
  12. γραμματική με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων, για να εκφράσει μεγαλύτερη διάρκεια είμαι κλειδωμένος

Kwa Kiingereza

  • be used to indicate that the subject plays the role of the predicate nominal
  • I'm Contraction
  • there be to exist

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"είμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

είμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"είμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {είμαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}