είσοδος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

είσοδος

Where it comes from

είσοδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς (είσ-) + οδός

: για την πληροφορική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική input

noun είσοδος · είσοδοι · εισόδου · εισόδων · είσοδο · εισόδους

  1. το σημείο από όπου μπαίνουμε μέσα σε ένα χώρο η είσοδος του κτηρίου ήταν κλειστή
  2. η ενέργεια του ρήματος μπαίνω / εισέρχομαι ο ηθοποιός έκανε μια θεαματική είσοδο στη σκηνή
  3. πληροφορική οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας χρήστης για να εισάγει δεδομένα σε ένα σύστημα το πληκτρολόγιο και ο σαρωτής είναι συσκευές εισόδου ενώ η οθόνη και ο εκτυπωτής είναι συσκευές εξόδου

Similar: έμπα · Opposite: έξοδος, έβγα

Thesaurus

noun

Similar: έμπα · Opposite: έξοδος, έβγα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"είσοδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

είσοδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"είσοδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {είσοδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}