εβραϊκότητα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εβραϊκότητα

Where it comes from

εβραϊκότητα < εβραϊκός + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Jewishness)

noun εβραϊκότητα · εβραϊκότητες · εβραϊκότητας · εβραϊκοτήτων

  1. το να είναι κάποιος Εβραίος, να έχει την εβραϊκή (θρησκευτική, γλωσσική, πολιτισμική κ.λπ.) ταυτότητα ※ Συζήτηση για τις προσλήψεις της εβραϊκότητας μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη συνύπαρξη εθνοτικών ομάδων (Εβραίοι, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι), τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσά τους, και εν γένει το ρόλο της εθνοτικής ομάδας μέσα στην αυτοκρατορία. (*)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εβραϊκότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εβραϊκότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"εβραϊκότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εβραϊκότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}