εγγενής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγγενής

Where it comes from

εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος

adjective εγγενής · εγγενές · εγγενούς

  1. χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
  2. που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων εγγενής πολλαπλασιασμός
  3. πληροφορική native: εγγενές λογισμικό, το λογισμικό για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγγενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγγενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82

Chicago

"εγγενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγγενής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}