εγγενής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγγενής
Where it comes from
εγγενής < αρχαία ελληνική ἐγγενής < ἐν + γένος
adjective εγγενής · εγγενές · εγγενούς
- χαρακτηρισμός μιας ιδιότητας ή κατάστασης που υπάρχει από τη γέννηση ή εξαιτίας της ίδιας της φύσης του αντικειμένου υπό συζήτηση το εγχείρημα παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες
- που απαιτεί τη συμμετοχή δύο φύλων εγγενής πολλαπλασιασμός
- native: εγγενές λογισμικό, το λογισμικό για συγκεκριμένο λειτουργικό σύστημα ενδέχεται να μην βρείτε εγγενείς οδηγούς συσκευών των Windows 10
In English
Talk about this word "εγγενής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εγγενής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82 "εγγενής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγγενής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}