εγκέφαλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγκέφαλος
- eŋˈɟe.fa.los
Where it comes from
εγκέφαλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκέφαλος < ἐν + κεφαλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰebʰ-l-
: (ιθύνων νους) < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική brain
noun εγκέφαλος · εγκέφαλοι · εγκεφάλου · εγκέφαλου · εγκεφάλων · εγκέφαλο
- το όργανο του ανθρώπου και των άλλων ζώων που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, δέχεται και επεξεργάζεται τα σήματα των αισθητήριων οργάνων και ελέγχει μέσω του κεντρικού νευρικού συστήματος τη λειτουργία των υπόλοιπων οργάνων
- κάποιος άνθρωπος με πολύ ανεπτυγμένη νοημοσύνη
- ο άνθρωπος που συλλαμβάνει και κατευθύνει την εκτέλεση μιας επιχείρησης, σχεδίου κ.λπ., ο ιθύνων νους
- ηλεκτρονικό εξάρτημα που τρέχει ένα λογισμικό και κατευθύνει τη λειτουργία ενός μηχανήματος (κυρίως αυτοκινήτου)
In English
Talk about this word "εγκέφαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εγκέφαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82 "εγκέφαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγκέφαλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}