εγκλιτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγκλιτικός

Where it comes from

εγκλιτικός < ελληνιστική κοινή ἐγκλιτικός < αρχαία ελληνική ἔγκλισις

adjective εγκλιτικός · εγκλιτική · εγκλιτικό · εγκλιτικού · εγκλιτικής

  1. για λέξη που χάνει τον τόνο της ή τον μεταβιβάζει στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης
  2. σχετικός με τις εγκλίσεις του ρήματος να κάνετε εγκλιτική αντικατάσταση του τύπου, δηλαδή να γράψετε τους αντίστοιχους τύπους των άλλων εγκλίσεων του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή και στο ίδιο πρόσωπο και αριθμό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγκλιτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγκλιτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εγκλιτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγκλιτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}