εγκλωβισμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγκλωβισμένος
Where it comes from
εγκλωβισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου εγκλωβίζω
verb εγκλωβισμένος · εγκλωβισμένη · εγκλωβισμένο · εγκλωβισμένου · εγκλωβισμένης
- που έχει εγκλωβιστεί, που είναι αποκλεισμένος ή περιορισμένος σε ένα στενό χώρο και δεν έχει έξοδο διαφυγής
- ο επενδυτής που αγόρασε μετοχές σε υψηλή τιμή σε μια περίοδο γρήγορης ανόδου του χρηματιστηρίου και, μην έχοντας προλάβει να εξαργυρώσει τα τυχόντα κέρδη του, δεν μπορεί να τις μεταβιβάσει λόγω της επακόλουθης ραγδαίας πτώσης των τιμών
Opposite: ανεγκλώβιστος, απεγκλωβισμένος
Thesaurus
verb
Opposite: ανεγκλώβιστος, απεγκλωβισμένος
In English
- trapped caught in a trap
Talk about this word "εγκλωβισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CF%89%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εγκλωβισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CF%89%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "εγκλωβισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CF%89%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγκλωβισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CF%89%CE%B2%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}