εγκυμοσύνη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγκυμοσύνη

  • eŋ.ɟi.moˈsi.ni

Where it comes from

εγκυμοσύνη < αρχαία ελληνική ἐγκύμων (επίθετο, έγκυος < ἐγκυμονῶ) + -οσύνη < ἐν (εγ-) + κῦμα (στη σημασία «έμβρυο, κύημα»)

noun εγκυμοσύνη · εγκυμοσύνες · εγκυμοσύνης · εγκυμοσυνών

  1. η κατάσταση της εγκύου που φέρει στη μήτρα της ένα έμβρυο, η κυοφορία ενός νέου όντος ※ Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σ

Similar: κυοφορία

Thesaurus

noun

Similar: κυοφορία

In English

  • pregnancy 9-month period of carrying offspring in the uterus
  • maternity state of being pregnant; pregnancy

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγκυμοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγκυμοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7

Chicago

"εγκυμοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγκυμοσύνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}