εγρήγορση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγρήγορση
- eˈɣɾi.ɣoɾ.si
Where it comes from
εγρήγορση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγρήγορ(σις) + -ση & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vigilance < αρχαία ελληνική ἐγρήγορα, παρακείμενος του ἐγείρω
noun εγρήγορση · εγρηγόρσεις · εγρήγορσης · εγρηγόρσεων
- η κατάσταση του ανθρώπου που δεν κοιμάται ή έχει ξυπνήσει ή αγρυπνεί
- η κατάσταση της συνείδησης που είναι σε ετοιμότητα να αντιληφθεί και να δράσει, η επαγρύπνηση
Talk about this word "εγρήγορση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. εγρήγορση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B7 "εγρήγορση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγρήγορση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%BF%CF%81%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}