εγχείρηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγχείρηση

  • eŋˈçi.ɾi.si

Where it comes from

εγχείρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγχείρη(σις) + -ση < ἐγχειρέω / ἐγχειρῶ < ἐν + χείρ. Συγκρίνετε με το εγχείριση.

noun εγχείρηση · εγχειρήσεις · εγχείρησης · εγχειρήσεων

  1. ιατρική χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα ※ Πάμε για εγχείρηση στομάχου στον Ευαγγελισμό. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγχείρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγχείρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"εγχείρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγχείρηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}