εγωιστής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εγωιστής

Where it comes from

εγωιστής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική égoïste < αρχαία ελληνική ἐγώ + -iste (-ιστής)

noun εγωιστής · εγωιστές · εγωιστή · εγωιστών

  1. που χαρακτηρίζεται από εγωισμό ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978

Similar: ατομικιστής, εγωκεντρικός, εγωλάτρης, εγωπαθής, εγωμανής, εγωτικός, συμφεροντολόγος, τομαριστής, φίλαυτος, νάρκισσος · Opposite: αλτρουιστής, φιλάλληλος

Thesaurus

In English

  • selfish holding one's self-interest as the standard for decision making

Talk about this word

Cite this
MLA

"εγωιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%89%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εγωιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%89%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"εγωιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%89%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εγωιστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%89%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}