εδαφικότητα
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
εδαφικότητα
어원
εδαφικότητα < εδαφικ(ός) + -ότητα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
명사 εδαφικότητα · εδαφικότητες · εδαφικότητας · εδαφικοτήτων
- η αντίληψη του χώρου στον οποίον ζουν κι επικοινωνούν άνθρωποι (ατομικά ή ως κοινωνικό σύνολο), ως έδαφος πάνω στο οποίο έχουν δικαιώματα χρήσης και ιδιοκτησίας και το οποίο υπερασπίζονται έναντι τρίτων (ισχύει και για ζώα) η αρχή της εδαφικότητας
영어로
- territoriality fact or legal status of being a territory
이 단어에 대해 이야기하기 "εδαφικότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εδαφικότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1 "εδαφικότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {εδαφικότητα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}