εδώλιο
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
εδώλιο
- eˈðo.li.o
מאיפה זה בא
εδώλιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑδώλιον (κάθισμα)
שם עצם εδώλιο · εδώλια · εδωλίου · εδώλιου · εδωλίων
- το κάθισμα
- το κάθισμα του κατηγορουμένου σε μια δίκη ※ Την επόμενη φορά που συναντιόμασταν στην παρέα, αυτοί που είχαν φάει τη χυλόπιτα, συνήθως με απέφευγαν ή κάθονταν με κατεβασμένο το κεφάλι, ως ένοχοι σ' ένα αόρατο εδώλιο. Είχαν επίγνωση της δοκιμασίας που υπέστησαν, αλλά αγνοούσαν, ευτυχώς, τη δική μου δοκιμασία. (Δημήτρης Τσαλίδης, Το σπίτι με τ
באנגלית
- box compartment to sit inside
לדבר על המילה הזו "εδώλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. εδώλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%BF "εδώλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%BF.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {εδώλιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B4%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}