εθνικοποίηση
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
εθνικοποίηση
它从哪里来
εθνικοποίηση < εθνικοποιώ
名词 εθνικοποίηση · εθνικοποιήσεις · εθνικοποίησης · εθνικοποιήσεων
- η απόκτηση από το κράτος (εν ονόματι του έθνους) της κυριότητας μιας ιδιωτικής επιχείρησης ή περιουσίας, ιδιαίτερα σε καίριους τομείς όπως είναι η ενέργεια και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές (κοιτάσματα πετρελαίου, ορυχεία κ.λπ)
相近词: κρατικοποίηση
同义词与反义词
名词
相近词: κρατικοποίηση
英语
- nationalisation making private assets public
- state ownership state ownership
讨论这个词 "εθνικοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. εθνικοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7 "εθνικοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {εθνικοποίηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}