ειδικός

Ελληνικά · Synonymes et antonymes

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

ειδικός

  • i.ðiˈkos

D'où il vient

ειδικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰδικός < εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)

adjectif ειδικός · ειδική · ειδικό · ειδικού · ειδικής

  1. που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος η συγκεκριμένη ασθένεια έχει κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την αντιμετώπισή της με ειδικά φάρμακα

    Contraire: γενικός

  2. που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα
  3. γραμματική ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους

Proches: ειδήμων, ειδήμονας, εξπέρ, επαΐων, σπεσιαλίστας, γνώστης

Synonymes et antonymes

En anglais

  • special of particular interest or value; certain; dear; beloved; favored
  • expert characteristic of an expert
  • specific special, distinctive or unique
  • specialist expert

Parler de ce mot

Citer
MLA

"ειδικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ειδικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ειδικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ειδικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}