εικαστικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εικαστικός
Where it comes from
εικαστικός < αρχαία ελληνική εἰκαστικός
adjective εικαστικός · εικαστική · εικαστικό · εικαστικού · εικαστικής
- που απεικονίζει, που δημιουργεί έργα που απευθύνονται στην όραση η ζωγραφική και γλυπτική ανήκουν στις εικαστικές τέχνες
- που αναφέρεται στις τέχνες αυτές εικαστικές αναζητήσεις
noun εικαστικός · εικαστική · εικαστικό · εικαστικού · εικαστικής
- o καλλιτέχνης των εικαστικών τεχνών
In English
- figurative emblematic
Talk about this word "εικαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εικαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εικαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εικαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}