εικόνισμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εικόνισμα

Where it comes from

εικόνισμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἰκόνισμα < αρχαία ελληνική εἰκόνισμα (εικόνα, πορτρέτο)

noun εικόνισμα · εικονίσματα · εικονίσματος · εικονισμάτων

  1. εκκλησιαστικός όρος θρησκευτική εικόνα ※ Η εικόνα του λαβάρου προκάλεσε δριμεία κριτική. Ο καλυμμένος πίσω από το κρυπτώνυμο Αμφικτύων εκτόξευσε χολή στην εφημερίδα Επιθεώρησις της 19ης Μαΐου 1887, σε άρθρο του, το οποίο ο Γύζης το είχε αντιγράψει! Δεν διστάζει να το αποκαλέσει χονδροειδές εικόνισμα και ακαλαίσθητο κακοτέχνημα, γέννημα α

In English

  • icon religious painting

Talk about this word

Cite this
MLA

"εικόνισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εικόνισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"εικόνισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εικόνισμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}