ειρωνεία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ειρωνεία¹

  • i.ɾoˈni.a

Where it comes from

ειρωνεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰρωνεία (προσποίηση) < εἰρωνεύομαι (ειρωνεύομαι). (Διαφορετικό το εἴρων < εἴρω)

:* για τον θεατρικό όρο: λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ironie ή από την αγγλική irony

noun ειρωνεία · ειρωνείες · ειρωνείας · ειρωνειών

  1. λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί ※ Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)
  2. σχήμα λόγου, φιλολογία, θέατρο, στο έπος και την τραγωδία η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο αναγνώστης ή ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια

Ειρωνεία²

Where it comes from

Ειρωνεία < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ειρωνεία

  1. γυναικείο όνομα

In English

  • irony statement that may mean the opposite of what is written literally

Talk about this word

Cite this
MLA

"ειρωνεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ειρωνεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ειρωνεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ειρωνεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}