εισέρχομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εισέρχομαι
Where it comes from
εισέρχομαι < αρχαία ελληνική εἰσέρχομαι
verb εισέρχομαι
- προχωρώ από το εξωτερικό προς το εσωτερικό ενός χώρου ※ Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικ
- προχωρώ σε μια νέα φάση μιας διαδικασίας οι διαπραγματεύσεις εισέρχονται στην τελική τους φάση
Similar: μπαίνω
Thesaurus
verb
Similar: μπαίνω
Talk about this word "εισέρχομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. εισέρχομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "εισέρχομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εισέρχομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}