εισβολή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εισβολή

Where it comes from

εισβολή < αρχαία ελληνική εἰσβολή < εἰσβάλλω < εἰς + βάλλω

noun εισβολή · εισβολές · εισβολής · εισβολών

  1. η επίθεση ενός όγκου εχθρικών δυνάμεων που περνούν τα σύνορα και μπαίνουν σε μια χώρα με σκοπό τη λεηλασία ή τη μόνιμη κατάκτηση ※ Ο πόλεμος λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Η εικόνα της ρωσικής εισβολής και των μαζικών ωμοτήτων δημιούργησε μια κοινή αίσθηση ιστορικής αλλαγής από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο. (Economist: Όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, ξεκινά ο «εμφύλιος» της Ευρώπης Η Ναυτεμπορική, 30/11/2025 https://ww
  2. η αιφνίδια και ορμητική είσοδος σε ένα χώρο Εισβολή αποστράτων στο Άμυνας - Διαμαρτυρία για τις συντάξεις * Χρειάστηκε η παρέμβαση του αρχηγού ΓΕΣ για να απομακρυνθούν. (από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011)
  3. πληροφορική η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε ένα δίκτυο υπολογιστών εισβολή στους διακομιστές της εταιρείας Χ χτες από ομάδα χάκερ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εισβολή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εισβολή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE

Chicago

"εισβολή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εισβολή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}