εισροή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εισροή
- is.ɾoˈi
- iz.ɾoˈi
Where it comes from
εισροή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσροή < αρχαία ελληνική εἰσρέω < εἰς + ῥέω (>ῥοή). Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + ροή
noun εισροή · εισροές · εισροής · εισροών
- η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα μέσα ※ Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (* Εφημερίδα των συντακτών)
- η εισαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από διάφορες χώρες προς μία άλλη ※ Η Ισλανδία εξασφαλίζει εισροή ξένου συναλλάγματος από την αλιεία και την αύξηση της τουριστικής κίνησης. (* enet.gr)
Opposite: εκροή
Thesaurus
noun
Opposite: εκροή
In English
Talk about this word "εισροή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%81%CE%BF%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. εισροή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%81%CE%BF%CE%AE "εισροή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%81%CE%BF%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εισροή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%81%CE%BF%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}