εισόδημα
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
εισόδημα
- iˈso.ði.ma
它从哪里来
εισόδημα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἰσόδημα < ελληνιστική κοινή εἰσοδεύω
名词 εισόδημα · εισοδήματα · εισοδήματος · εισοδημάτων
- τα χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται ※ Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
英语
讨论这个词 "εισόδημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. εισόδημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "εισόδημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B1.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {εισόδημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%8C%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}