εκ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκ¹
Where it comes from
εκ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκ & ἐξ
preposition εκ · εξ
- χρόνο Το ήξερα εκ των προτέρων (από πριν)
- προέλευση από ένα τόπο παραλάβαμε ένα δέμα εκ Παρισίων (από το Παρίσι, ειρωνικό)
- τρόπο τα λες αυτά εκ του ασφαλούς
- αιτία συμβιβάστηκα εξ ανάγκης (από ανάγκη)
- το διαιρεμένο σύνολο ελάχιστοι διορίστηκαν τελικά εκ των χιλιάδων υποψηφίων
Similar: από
ΕΚ²
Where it comes from
ΕΚ < Ευρωπαϊκή Κοινότητα
# ΕΚ < Ένωση Κέντρου
# ΕΚ < Ένωση Κεντρώων
# ΕΚ < Εναέρια Κυκλοφορία
abbreviation Ε.Κ.
- αρχικά, μία από τις τρεις κοινότητες που ιδρύθηκαν σε ορισμένους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ και στη συνέχεια, το απλουστευμένο όνομα της μεγαλύτερης από αυτές τις τρεις κοινότητες, της ΕΟΚ
- παλαιότερο ελληνικό πολιτικό κόμμα υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου (αντίπαλο κόμμα η ΕΡΕ)
- σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα υπό τον Βασίλη Λεβέντη
- η κίνηση των αεροσκαφών στον αέρα, η εναέρια κυκλοφορία
Εκ³
Where it comes from
Εκ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Εκ · Ek
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Thesaurus
preposition
Similar: από
Talk about this word "εκ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA. Accessed 6 Nov. 2026. εκ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA "εκ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA},
urldate = {2026-11-06}
}