εκ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκ¹

Where it comes from

εκ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκ & ἐξ

preposition εκ · εξ

  1. formal, λόγιο χρόνο Το ήξερα εκ των προτέρων (από πριν)
  2. formal, λόγιο προέλευση από ένα τόπο παραλάβαμε ένα δέμα εκ Παρισίων (από το Παρίσι, ειρωνικό)
  3. formal, λόγιο τρόπο τα λες αυτά εκ του ασφαλούς
  4. formal, λόγιο αιτία συμβιβάστηκα εξ ανάγκης (από ανάγκη)
  5. formal, λόγιο το διαιρεμένο σύνολο ελάχιστοι διορίστηκαν τελικά εκ των χιλιάδων υποψηφίων

Similar: από

ΕΚ²

Where it comes from

ΕΚ < Ευρωπαϊκή Κοινότητα

# ΕΚ < Ένωση Κέντρου

# ΕΚ < Ένωση Κεντρώων

# ΕΚ < Εναέρια Κυκλοφορία

abbreviation Ε.Κ.

  1. αρχικά, μία από τις τρεις κοινότητες που ιδρύθηκαν σε ορισμένους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ και στη συνέχεια, το απλουστευμένο όνομα της μεγαλύτερης από αυτές τις τρεις κοινότητες, της ΕΟΚ
  2. παλαιότερο ελληνικό πολιτικό κόμμα υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου (αντίπαλο κόμμα η ΕΡΕ)
  3. σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα υπό τον Βασίλη Λεβέντη
  4. η κίνηση των αεροσκαφών στον αέρα, η εναέρια κυκλοφορία

Εκ³

Where it comes from

Εκ < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Εκ · Ek

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Thesaurus

preposition

Similar: από

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

εκ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA

Chicago

"εκ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA},
  urldate = {2026-11-06}
}