εκδίδω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκδίδω

  • ekˈði.ðo

Where it comes from

εκδίδω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκδίδωμι (παραδίνω)

: (έκδοση παλαιότερης συγγραφής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική éditer και αγγλική edit

: (σύνταξη επίσημου εγγράφου) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική émettre, délivrer

: (νομικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική extrader

verb εκδίδω · εξέδιδα · εκδώσω · εξέδωσα · εξέδωκα · εκδίδομαι

  1. τυπώνω κάτι και το κυκλοφορώ, το δημοσιεύω σε έντυπη μορφή (ειδικότερα) πραγματοποιώ επιμέλεια ή διορθώσεις σε παλαιότερο έγγραφο το οποίο κυκλοφορεί ξανά
  2. ανακοινώνω απόφαση ※ Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών
  3. νομικός όρος συλλαμβάνω αλλοδαπό εγκληματία και τον παραδίνω στην αστυνομία της χώρας του
  4. συντάσσω επίσημο έγγραφο και το παραδίδω στον αιτούντα ※ Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρο
  5. κάνω μια γυναίκα πόρνη και της βρίσκω πελατεία επί πληρωμή

    Similar: εκπορνεύω

In English

  • publish to issue something (usually printed work) for sale and distribution
  • extradite to remove a person from one jurisdiction to another by legal process

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκδίδω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκδίδω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%89

Chicago

"εκδίδω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκδίδω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}