εκδότης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκδότης

Where it comes from

εκδότης < → λείπει η ετυμολογία

noun εκδότης · εκδότες · εκδότη · εκδοτών

  1. επάγγελμα αυτός που εκδίδει (δημοσιεύει) βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες κλπ. ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.

In English

  • drawer one who writes a bank draft, check/cheque or promissory note
  • publisher one who publishes, especially books — see also publishing house

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκδότης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

εκδότης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"εκδότης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκδότης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}