εκθέτω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκθέτω
- ekˈθe.to
Sounds like έκθετο
Where it comes from
εκθέτω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐκθέτω < αρχαία ελληνική ἐκτίθημι
:* για τη σημασία «αφήνω απροστάτευτο σε κίνδυνο» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exposer
verb εκθέτω · εξέθετα · εκθέσω · εξέθεσα · εκτίθεμαι · εκτέθηκα
- βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν ο ζωγράφος Χ εκθέτει στις σπουδαιότερες γκαλερί
- παρουσιάζω Ο Παπάζογλου εκτέθηκε στις εκλογές (κατέβηκε ως υποψήφιος)
- αναπτύσσω, αφηγούμαι εκθέτω τις απόψεις μου
- αφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων με εξέθεσες μ' αυτά που είπες, και δεν ήξερα πώς να τα μπαλώσω
In English
Talk about this word "εκθέτω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%AD%CF%84%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εκθέτω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%AD%CF%84%CF%89 "εκθέτω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%AD%CF%84%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκθέτω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%AD%CF%84%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}