εκκένωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκκένωση

  • eˈce.no.si

Where it comes from

εκκένωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκκένω(σις) + -ση < ἐκ- + αρχαία ελληνική κένωσις < κενόω / κενῶ < → και δείτε τη λέξη κενός. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + κένωση.

:* για τη φυσική < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική discharge

noun εκκένωση · εκκενώσεις · εκκένωσης · εκκενώσεων

  1. formal, λόγιο το άδειασμα κάποιου χώρου απ’ το περιεχόμενό του
  2. η απομάκρυνση κάποιων ατόμων από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους)
  3. φυσική η απότομη μεταφορά ηλεκτρικών φορτίων σε άλλο αγωγό ή σώμα

In English

  • evacuation act of evacuating; leaving a place in an orderly fashion, especially for safety

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκκένωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκκένωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"εκκένωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκκένωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}