εκκινώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκκινώ

  • e.ciˈno

Sounds like εκείνο

Where it comes from

εκκινώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκκινῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκκινέω] < ἐκ + κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

verb εκκινώ · εκκινοούσα · εκκίνησα · εκκινούσα · θα εκκινώ

  1. formal, literally, λόγιο, κυριολεκτικά άλλη μορφή του ξεκινώ ※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)

    Similar: αναχωρώ · Opposite: σταματώ

  2. figuratively, formal, λόγιο, μεταφορικά βασίζομαι σε μια λογική παραδοχή και αναπτύσσω τη σκέψη μου
  3. πληροφορική bootstrap: φορτώνω το λειτουργικό σύστημα από μη πτητική μνήμη (πχ. σκληρός δίσκος, μνήμη φλας, κλπ.) στην κεντρική μνήμη (πχ. RAM) του υπολογιστή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκκινώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκκινώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E

Chicago

"εκκινώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκκινώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}