εκκλησιαστικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκκλησιαστικός
Where it comes from
εκκλησιαστικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐκκλησία
adjective εκκλησιαστικός · εκκλησιαστική · εκκλησιαστικό · εκκλησιαστικού · εκκλησιαστικής
- που έχει σχέση με την εκκλησία, ανήκει σ' αυτή ή αναφέρεται σ' αυτή ※ Άρθρο 196 - Κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος. Ο θρησκευτικός λειτουργός που κατά την ενάσκηση των έργων του ή δημόσια και με την ιδιότητά του προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. (Ποινικός Κώδικας,
noun εκκλησιαστικός · εκκλησιαστική · εκκλησιαστικό · εκκλησιαστικού · εκκλησιαστικής
- ο υπεύθυνος του ναού
In English
- ecclesiastical pertaining to the church
Talk about this word "εκκλησιαστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εκκλησιαστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εκκλησιαστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκκλησιαστικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}