εκλεκτικισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκλεκτικισμός

  • e.kle.kti.ciˈzmos

Where it comes from

εκλεκτικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική eclectic(ism) + -ισμός < eclectic < αρχαία ελληνική Ἐκλεκτικοί (εννοείται φιλόσοφοι), πληθυντικός αριθμός του ἐκλεκτικός < ἐκλέγω < λέγω

noun εκλεκτικισμός · εκλεκτικισμοί · εκλεκτικισμού · εκλεκτικισμών · εκλεκτικισμό · εκλεκτικισμούς

  1. φιλοσοφία η τάση επιλογής των «καλύτερων» αρχών, θέσεων, απόψεων ή μεθόδων από τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα και η τάση προς κατάργηση των αντιθέσεων ή των αντιφάσεων μεταξύ τους

    Similar: συγκρητισμός, εκλεκτισμός

  2. καλές τέχνες ανάλογη τάση στις καλές τέχνες ※ Ακόμη ότι όλα τα ευρήματα του ταφικού μνημείου χαρακτηρίζονται από εκλεκτικισμό, που συνάδει με την ταραγμένη εκείνη εποχή και καταδεικνύει την εξουσία, τη δύναμη αλλά και την οικονομική ευρωστία των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κάτι που αποτυπώνεται και καλλιτεχνικάˈ' (* εφημερίδα Το Έθνος)

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκλεκτικισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκλεκτικισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"εκλεκτικισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκλεκτικισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}