εκπαιδεύω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εκπαιδεύω

  • ek.peˈðe.vo

Where it comes from

εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éduquer. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω.

verb εκπαιδεύω · εκπαίδευσα · εκπαιδεύομαι · εκπαιδευόμενος · εκπαιδευτεί · εκπαιδευθεί

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες ≈ συνώνυμα: μορφώνω, διαπαιδαγωγώ, διαπλάθω
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες ≈ συνώνυμα: εκγυμνάζω
  3. passive, παθητική φωνή «εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εκπαιδεύω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

εκπαιδεύω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89

Chicago

"εκπαιδεύω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκπαιδεύω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%89},
  urldate = {2026-11-08}
}