εκπνέω

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

εκπνέω

Откуда оно

* εκπνέω < αρχαία ελληνική ἐκπνέω < ἐκ + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pnew- (πνέω, αναπνέω) (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική expirer)

глагол εκπνέω

  1. transitive, μεταβατικό βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα ή αέριο που έχω εισπνεύσει εισπνέομε οξυγόνο και εκπνέομε διοξείδιο του άνθρακα
  2. figuratively, μεταφορικά ξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο) ο τραυματίας εξέπνευσε τις πρώτες πρωινές ώρες
  3. broadly, κατ’ επέκταση τελειώνω, λήγω λίγο πριν πριν εκπνεύσει η προθεσμία

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"εκπνέω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BD%CE%AD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εκπνέω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BD%CE%AD%CF%89

Chicago

"εκπνέω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BD%CE%AD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εκπνέω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%80%CE%BD%CE%AD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}